Συνέντευξη από τον ποιητή Αλέξανδρο Τσώτσο (ποιητική συλλογή: Το λεωφορείο της νύχτας)

Άλλες πάλι έρχεται,
Αλλά είσαι τόσο μόνος.
Απελπίζεσαι. 

(Ποίημα: Το λεωφορείο της νύχτας)


Το Λεωφορείο της Νύχτας είναι μια ποιητική συλλογή, την οποία ντύνει έντονα το στοιχείο της μοναξιάς και της αβεβαιότητας που βιώνει η ανθρώπινη ύπαρξη, ειδικά μπροστά στην έννοια του έρωτα.

Να κυλούν τα χρόνια μου και να μη φεύγω άπραγος.
(Ποίημα: Ποιητική ανάγκη)

Πώς προσεγγίζεις σαν καλλιτέχνης τον χρόνο; Τον θεωρείς σύμμαχο ή εχθρό;

Άσχετα με το αν αποδέχεται κανείς το χρόνο σαν παράμετρο υπαρξιακή, το ζήτημα αυτό αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον όταν συμπλέκεται με οποιαδήποτε δημιουργική τάση. Ο συνδυασμός ανάμεσα στην περατότητα των ίδιων των υπάρξεων των δημιουργών και η ταυτόχρονη επιδίωξη τους προς μια απειρότητα των δημιουργημάτων τους αποτελεί τη μοναδική ίσως αξιόλογη συνάφεια που μπορεί να αποκτήσει η τέχνη με το χρόνο σε βαθμό τέτοιο που αναγκαστικά να επιδιώκει η μία έννοια την άλλη∙ πιο απλά: ο δημιουργός να εκμεταλλεύεται την ίδια την περατότητα του προς
όφελός του. Αν και οι δύο αυτές συνθήκες ήταν ξέχωρες από τον χρόνο φαντάζομαι πως και το περιεχόμενο της δημιουργίας θα νοηματοδοτούνταν διαφορετικά. Συνεπώς, ο χρόνος εν συναρτήσει με την όποια τέχνη λειτουργεί μάλλον περισσότερο ως κίνητρο, παρά ως εμπόδιο, προς την τελευταία.

Αν η ψυχή μου ήταν αυλή, κι όχι μια άυλη γη,
Όλα θα’ μοιαζαν μέσα μου αλλιώς
Δεν γνωρίζω μ’ ακρίβεια το πώς
Μα έστω, θα ζούσα με φως.

(Ποίημα: Η αυλή των αντιθέσεων)

Ό,τι ελπίδα έχω να αλλάξω το αύριο
Είναι να αλλάξω τη στιγμή
Που μόλις επέρασε.

(Ποίημα: Το ξόδεμα των στιγμών)

Που ξεχειλίζουν το μισοάδειο ποτήρι μου
(Ποίημα: Δημιουργική αβεβαιότης)

Είναι κοινώς αποδεκτό πως η ποίηση παίρνει πνοή από την σκοτεινή μορφή της πραγματικότητας, η οποία ακόμα κι όταν παραμένει βουβή, ντύνει τις ζωές μας με μάταιες σκέψεις.
Προτιμάς να βλέπεις το ποτήρι μισογεμάτο ή μισοάδειο;

Σπανίως και εντελώς αποσπασματικά σε καταστάσεις της ως τα τώρα ζωής μου υπήρξα απαισιόδοξος. Ακόμη και τότε όμως υπήρξα δημιουργικός. Σίγουρα, η αίσθηση που δίνεται στον αναγνώστη της εν λόγω ποιητικής συλλογής είναι πως η απαισιοδοξία, η μελαγχολία ή και η απογοήτευση έχουν ρόλο πρωταγωνιστή στις αράδες των επιμέρους ποιημάτων. Κάθε τάση ωστόσο δημιουργική, ακόμη κι αν ξεκινά από μια εντελώς απαισιόδοξη βάση, δεν μπορεί παρά να κρύβει μια φιλοδοξία μέσα της που τελικά οδηγεί μονάχα σε αποτελέσματα φωτεινά. (πρβλ. Η ταλάντωση της δημιουργίας/Μιας πράξης πλήρους ηλιθιότητος/Που φιλοδοξεί/Να γίνει κάποτε σπουδαία.) Η δημιουργία δηλαδή δεν μπορεί παρά να είναι φύσει αισιόδοξη. Σε γενικές γραμμές πάντως σε ό,τι αφορά τα περισσότερα πράγματα που καταπιάνομαι, προσπαθώ να «εκμεταλλεύομαι» τη διάθεση μου, όποια κι αν είναι αυτή, προς το αποτέλεσμα που επιδιώκω. Δουλεύω δηλαδή με ό,τι υλικό έχω, χωρίς να αποζητώ κάποια ιδεατή συνθήκη. Σίγουρα βέβαια η όποια αισιοδοξία μου εξαντλείται στα στενά πλαίσια της προσωπικής μου υπόθεσης∙ για την υπόλοιπη -κοινή- πραγματικότητα δεν νομίζω πως έχω, ούτε και επιθυμώ να έχω, καμία, θετική ή αρνητική, κρίση ή προσδοκία.

Εθελούσια μοναξιά: Μήπως η μοναξιά είναι λίγο παρεξηγημένη; Πρέπει ο άνθρωπος να συμβιβάζεται για να μην είναι μόνος; Κι αν ναι μέχρι ποιό σημείο; Ή μήπως κανείς εν τέλη δεν θέλει να είναι μόνος;

Στις περισσότερες περιπτώσεις που μπορώ πρόχειρα να σκεφτώ η συνειδητή επιδίωξη της υπαρξιακής μοναχικότητας υπηρετεί έναν ανώτερο, τρόπον τινά, σκοπό σε σχέση με την συντροφικότητα, λόγου χάρη έναν θρησκευτικό, έναν καλλιτεχνικό ή έναν επαγγελματικό σκοπό. Δηλαδή πρόκειται για μια παράπλευρη θυσία για κάτι που τοποθετεί κανείς αξιολογικά ψηλότερα σε σχέση με τη μη-μοναξιά. Από την άλλη, η φυσική ροπή που διέπει κάθε άνθρωπο και τον οδηγεί
προς την συντροφικότητα είναι κάτι που δύσκολα μπορεί κανείς να παραμερίσει ριζικά προκειμένου να στρέψει την προσοχή του προς άλλες κατευθύνσεις. Προσωπικά είμαι το ίδιο εξοικειωμένος τόσο με την πιο απόλυτη μορφή μοναξιάς, όσο και με την ύπαρξη διαρκούς συντροφικότητας. Καμία από τις δυο συνθήκες δεν με ενοχλεί, αλλά πολύ περισσότερο μπορώ εντός και των δύο να βρω αξιόλογα στοιχεία για εμένα τον ίδιο. Φυσικά, συμβιβασμός μπορεί να υπάρχει και στην μοναχική και στην συντροφική συνθήκη. Το ζήτημα είναι, όσο μπορείς, να εναντιώνεσαι στους συμβιβασμούς εντός οποιασδήποτε σχέσεως.

Τα θραύσματα να σε ξεσχίσουν ολόκληρο.
(Ποίημα: Για κάποιες Απόκριες)
Πιστεύεις στην ανακύκλωση των σχέσεων, των συναισθημάτων, των στιγμών; Ή θεωρείς πως αυτό που έφυγε, ακόμα κι αν αναβιώσει, δεν θα είναι παρά μια απομίμηση ενός χαμένου παρελθόντος;

Στην αγάπη δεν υπάρχει χώρος για ανακύκλωση, ούτε για χάσιμο. Εφόσον λοιπόν μιλάμε πράγματι για αγάπη, κι όχι για κάτι που μοιάζει με αυτήν, καμία συνθήκη και κανένα γεγονός δεν έχει τη δύναμη να την διακόπτει, να την ακυρώνει ή να την μηδενίζει. Στα δικά μου μάτια, ούτως ή άλλως, η αγάπη σε όλα τα επίπεδα οφείλει να απέχει από εμμονικότητες ή αυστηρούς κανόνες και να παραμένει διαρκώς ρευστή και διάχυτη.

Ο συμβολισμός στο ποίημα Η αόρατη πολυθρόνα μου θύμισε την Σονάτα του Σεληνόφωτος.
Ποιοί ποιητές σε στιγμάτισαν;

Θα προσπαθήσω να απαντήσω στην ερώτηση κυρίως βάσει της παρατήρησής σου. Πρώτα από όλα, δεν ξέρω αν και κατά πόσο είναι συγκρίσιμα μεγέθη τα δύο αυτά ποιήματα, σίγουρα όμως ο ρομαντισμός που ξεχειλίζει από ίδια και αντίστοιχα ποιητικά έργα είναι κάτι που νομίζω πως πράγματι χαρακτηρίζει και την ποιητική αυτή συλλογή (σ.σ. το Λεωφορείο της Νύχτας). Οι κοινωνικές και πολιτικές προεκτάσεις που συχνά βρίσκει κανείς στην ποίηση του Ρίτσου -εν
προκειμένω, ακόμα και στα πιο ερωτικά του ίσως έργα όπως η Σονάτα, δεν θα με συγκινούσαν, αν θες, παρά θα με απέτρεπαν από τις βαθύτερες προτροπές τους. Κατά τη δική μου οπτική η ανώτερη μορφή ποίησης χρειάζεται να είναι αντιπολιτική κατ’ ανάγκη και εξεγερτική κατ’ ουσία. Πραγματικά εξεγερτική∙ όχι προς τους όχλους που διψούν για εναύσματα επανάστασης, αλλά προς τις συνειδήσεις. Να μην υπηρετεί ούτε στο ελάχιστο κανένα κομματικό συμφέρον και να παραμένει διαρκώς ενάντια σε οποιαδήποτε προσπάθεια να καταστεί εξουσιαστική ή σύμμαχος με την πολιτεία.
Ένας από τους σκοπούς μιας τέτοιας ποίησης είναι να καυτηριάζει όσα η ίδια επισημαίνει και να επαγρυπνά το πνεύμα των αναγνωστών της. Με τον γνώμονα αυτό μπορεί κανείς και να καταλάβει ποιους από τους ποιητές, λογοτέχνες ή άλλους δημιουργούς εκτιμώ και ποιους όχι.

Αν προσπαθούσα ν’αγαπώ.
(Ποίημα: Ιστορία αγάπης)
Η αγάπη είναι τελικά απόφαση που παίρνουμε ή τύχη που μας συναντάει; Ή μήπως ο συνδυασμός τους;

Το μοναδικό ζήτημα που επιδέχεται απόφασης στο κομμάτι αυτό φαντάζομαι πως είναι το αν θα είσαι τελικά ανοιχτός προς τη λήψη και το δόσιμο της αγάπης. Άπαξ και αυτό λυθεί, τα πράγματα γίνονται πολύ πιο απλά ύστερα. Γενικότερα, θεωρώ πως οι αυστηρές προϋποθέσεις που συχνά βλέπω πως αποζητούν οι άνθρωποι στο πρόσωπο των άλλων προκειμένου να τους αγαπήσουν είναι ένα βασικό πρόβλημα που τίθεται είτε από την αρχή είτε στην πορεία μιας τέτοιας διαδικασίας. Η ίδια η έννοια της αγάπης χρειάζεται να είναι κατά το δυνατό απελευθερωμένη από κάθε δέσμευση ή λογική σκοπιμότητα για να καταφέρει να σταθεί. Γι’ αυτό λοιπόν δεν είναι απόφαση το να αγαπήσεις, αλλά απόφαση είναι το αν θα αγαπήσεις ελεύθερα. Χωρίς προϋποθέσεις και δισταγμούς. Το ζήτημα της τύχης που ανέφερες βρίσκει βάσεις μόνο όταν έχει θέσει κανείς από πριν συγκεκριμένα μοντέλα ανθρώπων που είσαι διατεθειμένος να αγαπήσει, με συνέπεια να απελπίζεται τελικά ή να τα βάζει με την τύχη, όταν κανέναν δε βρίσκει που να πληρεί όλες αυτές τις προϋποθέσεις που συνειδητά ή ασυνείδητα έχεις ο ίδιος θέσει.

Κόσμος απόκοσμος: Η ευθύνη είναι πρώτα ατομική κι ύστερα συλλογική ή μήπως όχι;

Εξαρτάται το πως προτιμά κανείς να κινείται (ή να μην κινείται) εντός της κοινωνικής ή πολιτικής πραγματικότητας. Για εκείνους που συνειδητά απέχουν από αυτήν δεν υφίσταται καμία συλλογική ευθύνη ούτε και υποχρέωση. Η ανάμειξη με τις συλλογικές υποθέσεις προφανώς, πέρα από την προσωπική σου ευθύνη, φαντάζομαι ότι δημιουργεί και μια ευθύνη του συνόλου, η οποία όμως δεν είμαι απόλυτα σίγουρος αν αποτελείται από επιμέρους ατομικές ευθύνες ενωμένες ή είναι μια ευθύνη εντελώς ξέχωρη από αυτές. Στην κοινή πρακτική συναντάται σχεδόν αποκλειστικά η δεύτερη. Άρα
τελικά η συλλογική ευθύνη μάλλον καταλήγει να είναι ένα εξιλαστήριο θύμα βουλήσεων και επιθυμιών που αδυνατούν μόνες τους, η κάθε μια ξεχωριστά, να σηκώσει το βάρος της προσωπικής της αποκλειστικά ευθύνης. Σαφώς, σε ό,τι με αφορά, προτιμώ κάθε μου απόφαση, και άρα και κάθε ευθύνη που προκύπτει από αυτήν, να προκύπτει ευθέως από -και προς- εμένα τον ίδιο και μόνο.

Γιατί πρέπει να ξέρεις
Ότι το πιο σημαντικό
Είναι να μπορείς να προχωράς
Χωρίς στήριγμα.
Να τρέχεις
Δίχως πόδια.

(Ποίημα: Περίπατος δίχως πόδια)
Ποιοί άνθρωποι υπήρξαν παράδειγμα για σένα όχι μόνο λόγω του έργου τους αλλά και λόγω φιλοσοφίας και της πορείας ζωής τους;

Αδυνατώ να λειτουργήσω βάσει παραδειγμάτων ή συγκεκριμένων μοτίβων συμπεριφοράς. Παρόλο που κατά καιρούς με συλλαμβάνω να «κλέβω» όσα χρήσιμα στοιχεία βλέπω να με γοητεύουν σε ανθρώπους που θεωρώ αξιόλογους, ποτέ δεν θεοποίησα κανέναν από αυτούς, ούτε και τον τοποθέτησα ως πρότυπο για ό,τι έκανα. Διότι μάλλον αυτό εμπεριέχει μια τέτοια έννοια παραδείγματος.
Σε κάθε περίπτωση πάντως αυτό που με έλκει περισσότερο από κάθε τι άλλο στους ανθρώπους, θα έλεγα πως είναι η ανοιχτότητα της σκέψης τους. Η απελευθερωμένη, η άναρχη και η διαρκώς ανανεούμενη σκέψη. Η ύπαρξη ενός τέτοιου πνεύματος που να είναι ικανό αν όχι απαραίτητα να συμφωνήσει, αλλά τουλάχιστον να συνδιαλλαγεί με το δικό μου, είναι το κριτήριο βάσει του οποίου

διαλέγω τα πρόσωπα γύρω μου. Τα υπόλοιπα έπονται. Σε ό,τι αφορά πάντως συγκεκριμένα τα έργα δημιουργών που εκτιμώ, αποζητώ πάντα το έντονο προσωπικό ύφος σε οτιδήποτε διαβάζω. Τέτοιο είναι άλλωστε και το ύφος που έχει το Λεωφορείο της Νύχτας.

Αξίζει στο λεωφορείο να είναι καλοτάξιδο και μπράβο για την ορθογραφία!

Blog at WordPress.com.

Up ↑